Του Λεωνίδα Γ. Θεοχάρη
Ο αγώνας του 1821 ήταν εθνικός, υπέρ της ελευθερίας του έθνους. Εκείνοι που έζησαν τη μακρόχρονη τούρκικη σκλαβιά, τη σκληρότερη που γνώρισε το ελληνικό έθνος κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, σε βαθμό που από αυτή κινδύνευε να εξαφανιστεί, έκαμαν τη μεγάλη ελληνική επανάσταση για την ελευθερία τους, γιατί χωρίς αυτήν, όλα τα άλλα κτήματα στον αέρα στέκουν στην διάθεση του Τυράννου, όπως έλεγε ο φιλικός Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος όταν κατηχούσε τον Παναγιώτη Σέκερη στη Φιλική Εταιρεία («Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά - 1963» σελ. 20).
Στο κλέφτικο τραγούδι, ο σκλαβωμένος λαός, πολύ απλά και καθαρά εκφράζει τα συναισθήματά του, τον καημό και τη λύπη του, τον πόνο και τα βάσανά του και τη λαχτάρα για ελευθερία «μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης και να’ μαι σκλάβος των Τούρκων»…
Το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου 1821, η Πελοπόννησος είχε τυλιχτεί στις φλόγες της Επανάστασης. Από την Αχαΐα μέχρι τη Μεσσηνία, μ’ αρχηγούς τους επί τουρκοκρατίας κλεφτοκαπετάνιους, ιδίως εκείνους που είχαν επιστρέψει στην Πελοπόννησο από τη Ζάκυνθο όπου είχαν καταφύγει κατά τον μεγάλο διωγμό και είχαν υπηρετήσει στα εκεί συγκροτηθέντα Πελοποννησιακά τάγματα ως αξιωματικοί, συγκεντρώθηκαν στην Καλαμάτα, αφόπλισαν τους εκεί Οθωμανούς τον Βοεβόδα Αρναούτογλου και έκαμαν δοξολογία στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων, για την έναρξη του υπέρ πίστεως και πατρίδας Αγώνα. Στην απελευθέρωση της Καλαμάτας συμμετείχαν 200 Ντρέδες με αρχηγό τον έμπειρο Γιαννάκη Μέλιο.