Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Οι Καλλιτσάνικες Αποκριές

Του Δημήτρη Γεωργόπουλου

Οι Καλλιτσάνοι θέλοντας να κρατήσουν ψηλά τη Δάδα των Εθίμων και των Παραδόσεων του Τόπου μας, πρόσφατα αναβίωσαν το έθιμο των χοιροσφαγίων. Έκαναν Αποκριές όπως παλιά. Έσφαξαν τα γουρούνια τους και έφτιαξαν το παστό τους.
Το έθιμο είναι γνωστό σε όλα τα χωριά της  περιοχής μας.
Οι γονείς μας και γενικά οι πρόγονοί μας έτρεφαν χοιρινά. Τα έτρεφαν με αγνές φυσικές τροφές, κυρίως με πίτουρα, καλαμπόκι και βελανίδια. Τα πάχαιναν αρκετά. Το βάρος τους έφτανε τις 120 - 200 οκάδες περίπου και το κρέας τους ήταν πεντανόστιμο.
Τα έσφαζαν πριν τη Σαρακοστή και σφάζοντάς τα έλεγαν ότι έκαναν Αποκριές. Σταματούσαν δηλαδή να τρώνε κρέας, λόγω της νηστείας της Σαρακοστής.
Το κρέας των χοιρινών το έκαναν παστό. Μετά τη σφαγή το κομμάτιαζαν κατάλληλα, το αλάτιζαν, το άφηναν να ψηθεί στο αλάτι οκτώ (8) ημέρες περίπου και μετά το έλιωναν. Το έβραζαν δηλαδή και μετά το τσιγάριζαν για να μην έχει υγρά. Στη συνέχεια το έβαζαν στα Κιούπια ή στις Στάμνες τους, που είχαν ειδικά γι αυτό το σκοπό και το εκάλυπταν με το λίπος του κρέατος.
Το λίπος και το αλάτι, ως γνωστό, είναι τα καλύτερα συντηρητικά.
Έτσι είχαν σχεδόν όλη τη χρονιά παστό. Δηλαδή είχαν ανά πάσα στιγμή την ευχέρεια να παραθέσουν τραπέζι. Το παστό προοριζόταν κυρίως για τους φίλους και τους επισκέπτες που περνούσαν απρόοπτα από το σπίτι.
Δεν απαιτούσε καμιά άλλη ιδιαίτερη διαδικασία για να σερβιριστεί. Ήταν έτοιμο και αμέσως μπορούσε να προσφερθεί. Το πολύ πολύ να το ζέσταιναν για να μην είναι κρύο.
Μόλις έμπαινε ο επισκέπτης στο σπίτι, η οικοδέσποινα, σαν άρχιζε να απλώνεται η κουβέντα, έβγαζε ένα κομμάτι παστό και μαζί με τυρί, ψωμί, ελιές και κρασί έστρωνε αμέσως το τραπέζι. Πολλές φορές το παστό το συνόδευαν με αυγά ή το έφτιαχναν καγιανά.
Και όπως λέμε και σήμερα το απρόοπτο, το έκτακτο, το απρογραμμάτιστο ήταν και το καλύτερο, γιατί πίνοντας και τρώγοντας έφτιαχνε και το κέφι τους και συχνά το στήνανε στο γλέντι.
Με τα έντερα του γουρουνιού έφτιαχναν την ξακουστή και περιζήτητη «οματιά».
Για τα μικρά παιδιά χαράς ευαγγέλια ήταν η φούσκα (η κύστη) του γουρουνιού, την οποία φούσκωναν, την κυλούσαν στη στάχτη για να μην έχει λίπος και γλιστρά κι έπαιζαν μπάλα. Στη φούσκα έβαζαν κουκλόσπειρα (σπόρους από καλαμπόκι) για να είναι λίγο βαριά και να μην τους την παίρνει ο αέρας. Η χαρά όμως δεν κρατούσε πολύ, γιατί η φούσκα τρύπαγε γρήγορα.
Τον πρώτο μεζέ και τα πρώτα ποτήρια τα έπιναν με τον καρούτζο (το λάρυγγα), τον όποιο έψηναν, αμέσως μετά το σφάξιμο, στη θράκα.
Με το αίμα του γουρουνιού σταύρωναν το πρόσωπο των μικρών παιδιών. Δηλαδή με το δείχτη του χεριού έπαιρναν αίμα και το έβαζαν στο μέτωπο, στο σαγόνι και στα μάγουλα των παιδιών.
Στο σφάξιμο των γουρουνιών και στο λιώσιμο του παστού γίνονταν γλέντια τρικούβερτα από τους συγγενείς και τους φίλους που συμμετείχαν στις διαδικασίες αυτές. Αντάλλασαν ευχές λέγοντας, Καλή Σαρακοστή, καλοφάγοτο και του χρόνου κ.λ.π.
Οι πολυμελείς οικογένειες έτρεφαν και 2 και 3 γουρούνια. Συχνά το σφάξιμο και η
παρασκευή του παστού γινόντουσαν με δανεικαριά (αλληλοβοήθεια) κι έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα στα χωριά κάθε ημέρα είχανε γλέντια.
Αυτοί που πενθούσαν δεν έσφαζαν χοιρινά. Δεν έκαναν αποκριές. Το θεωρούσαν κακό. Ήταν προσβολή για τη μνήμη του πεθαμένου τους… Ήταν σα να γλεντούσαν, και κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε στον πόνο και στη λύπη που είχαν.
Αυτοί που είχαν και έσφαζαν χοιρινά πρόσφεραν οπωσδήποτε ένα κομμάτι κρέας σ’ αυτούς που πενθούσαν και σ’ αυτούς που δεν έτρεφαν χοιρινά για οποιοδήποτε λόγο, δείχνοντας έτσι τη συμπόνια τους και την αλληλεγγύη τους.
Αρκετά φαγητά τα παρασκεύαζαν πάντοτε με παστό, που είχαν κάποιες γεύσεις μοναδικές, τις οποίες πολύ τις νοσταλγούν οι έχοντες κάποια ηλικία, που πρόλαβαν τα φαγητά αυτά από τις μανάδες τους.
Επειδή στο χωριό δεν υπάρχουν ψησταριές, ταβέρνες κ.λ.π. για να μπορεί κανείς να φιλοξενεί περαστικούς, φίλους και επισκέπτες, οι Καλλιτσάνοι θέλοντας να συνεχίσουν το πατροπαράδοτο έθιμο της φιλοξενίας εφέτος αποφάσισαν και ανέθεσαν σε βοσκό της περιοχής τους και τους έθρεψε γουρούνια, τα οποία έσφαξαν και έφτιαξαν το παστό τους, σύμφωνα με τα καθιερωμένα και τώρα καλούν στο χωριό τους φίλους και γνωστούς να τους φιλοξενήσουν, όπως παλιά και να γλεντήσουν μαζί τους.
Φίλοι, σπεύστε, γιατί οι τελευταίοι δεν ξέρουμε αν προλάβουν καμιά μετζίνα ή τσιγαρίδα σε καμιά άκρη της στάμνας.
Θα πρέπει δε να τονιστεί ότι το όλο θέμα, δηλαδή η σφαγή των χοιρινών και γενικά η παρασκευή του παστού απαιτούν αρκετή δουλειά και κόπο και γνώσεις. Ευτυχώς που οι Καλλιτσάνοι κάτι τέτοιες δουλειές ξέρουν και τις κάνουν παιχνίδι, τραγούδι, γλέντι και όχι απλά έχουν γνώσεις πάνω στο θέμα, αλλά θεωρούν τον εαυτό τους εξειδικευμένο και έχουν τη γνώμη ότι ξέρουν και φτιάχνουν το καλύτερο παστό και προσεχώς προτίθενται να συγκροτήσουν ειδική επιτροπή για να αποφανθεί περί αυτού.
Μερικοί βαριούνται την ταλαιπωρία που έχει η παρασκευή του παστού και αγοράζουν παστό του εμπορίου. Κι αυτό βέβαια καλό είναι και καλύπτει τις ανάγκες της φιλοξενίας και φυσικά δε θα πούμε σ’ αυτό όχι, αλλά σίγουρα δεν έχει τη νοστιμιά του σπιτικού.
Κατά περιοχές διαφέρει η παρασκευή του παστού. Σε κάποια χωριά το κάνουν καπνιστό. Σε άλλα βραστό. Σε άλλα βραστό και καπνιστό. Εμείς πάντως τους δηλώνουμε ότι το τρώμε όπως και να 'ναι, αρκεί να προσφέρεται με αγάπη. Γι αυτό όσοι φτιάξετε ή αγοράσετε παστό, σας παρακαλούμε μην το φάτε μόνοι σας, γιατί όπως ξέρετε «Το μονοφαγείν βάρβαρον εστί». Φάτε με παρέα και θα δείτε τι νόστιμο είναι!!!
Τέλος τονίζεται ότι στόχος των Καλλιτσάνων είναι να αναβιώσουν όλα τα ήθη κι έθιμα του τόπου μας και να κρατήσουν ζωντανή την παράδοσή μας και πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου