Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Τοπικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί

Γλωσικοί ιδιωματισμοί, όπως το καθορίζει και ο τίτλος, είναι ιδιοτροπίες της γλώσσας μας, οι οποίες φυσικά διαφοροποιούνται από τόπο σε τόπο.
Είναι εκφράσεις που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και έχουν την προέλευσή τους σε βάθος χρόνου και δεν εξαλείφονται εύκολα.
Τα γλωσσικά αυτά ιδιώματα οφείλονται, στο ότι ο λαός μας τα έχει πολιτογραφημένα από ξένες φυλές, που κατά καιρούς ήλθαν και έμειναν πολύ ή λίγο στην περιοχή μας.
Όλες οι τοπικές κοινωνίες προσπαθούν να διατηρήσουν το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, γιατί τις δένει με το παρελθόν, γιατί αυτό χαρακτηρίζει τον τόπο, τους ανθρώπους, είναι κάτι που ανήκει σε εμάς, ιδιαίτερα στους απόδημους, μας θυμίζει τον τόπο μας, εκεί που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε και αυτές οι λέξεις ήταν τα πρώτα ακούσματα.
Αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας είναι και οι ιδιωματισμοί της γλώσσας, που χρωμάτιζαν την ομιλία των κατοίκων του Άνω Δωρίου (Σουλιμά) και την έκαναν πιο χυμώδη, πιο εκφραστική και πιο αυθόρμητη.
Παρακάτω αναφέρονται λέξεις, που αρκετές χρησιμοποιούνται και στην ευρύτερη περιοχή. Όσον αφορά την προφορά της γλώσσας, θα πρέπει να πούμε ότι αυτή είναι από τις πλέον ορθές στην Ελλάδα, με πολύ μικρές ιδιομορφίες. Προφέρεται αρκετά παχύ το νι και το λι, καθώς και το σι. Ακόμα προστίθεται μερικές φορές και γίνεται έντονα αντιληπτό, ανάμεσα σε δύο σύμφωνα ένα ι, π.χ. σταθιμός, καπινός και ακόμα σε διάφορους ρηματικούς τύπους αντικαθίσταται το ε με ου π.χ. Τι κάνουτε; Πότε θα ρθούτε; Θα φύγουτε; Πηγαίνουτε στο σπίτι; Επίσης πολύ συχνά στην καθομιλουμένη επαναλαμβάνεται η λέξη χάμω, χάμου.
Α
-Αβανιά=καταστροφή-ζημιά, αβγατίζω=αυξάνω, αβέρτα=πλουσιοπάροχα, άγαρμπος=απότομος, αγγειό=σκεύος, αγίνωτο=άγουρο, αγκρουμάζομαι=ακούω, αγλέουρας=πολύ φαγητό, αγρικάω=ακούω ή ξαγρυπνώ, αδειάζω=ευκαιρώ, ακουμπέτι=παρά ταύτα, ακώ=ακούω, αλάργα=μακριά, αλλαξιά=σύνολο ένδυσης, αλαφιάζομαι=ξαφνιάζομαι, αλειτούργητος=ακαταλόγιστος, αλιστρατίζω=αναστατώνω, αλλησβερίσι=συναλλαγή, αμπολάω=αφήνω, αμπράζικος=ακαλαίσθητος, ανακλαρίζομαι=τεντώνομαι προς τα πίσω, ανάλλαγος=ο φορών άπλυτα ρούχα, ανασκελώθηκε=έπεσε ανάσκελα, αναχαράζω=αναμασάω, αναχρικά=οικιακά είδη, ανεβάσταγος=ανυπόμονος, ανεπρόκοφτος=σπάταλος, ανημπόργια=αδιαθεσία, αξύριγος=αξύριστος, απάγκιο=μέρος χωρίς αέρα, απαντοχή=ελπίδα, απίδι=αχλάδι, άπλα=ευρυχωρία, απόκανα=παρακουράστηκα, αποκορωμένος=καταραμένος, αποκεύω=σταματώ να τρώω κρέας, απονέρια=ακάθαρτα νερά, αποπαίρνω=επιπλήττω, απόπατος=τουαλέτα, απόρριμα=πρόωρα γεννημένο, αποσπερού=απόψε το βράδυ, αποσταίνω=κουράζομαι, αποχαυρισμένος=χαζός, άραχνος=κακομοίρης, αρούκατος=ακαταλόγιστος, αρουλιέμαι=ουριάζω, αρτήθηκα=έφαγα, αρτσίδι=βρεγμένος, αχαΐρευτος=ανεπρόκοπος, αχαμνό=αδύνατο, αχάραγο=αφώτιστο.
Β
-Βαγένι=βαρέλι, βαρικό=τόπος που αναβλύζει νερό, βολύμι=μολύβι, βούτα=κάδος, βωλοδέρνω=ταλαιπωρούμαι.
Γ
-Γαλατσίδες=πικρό χόρτο, γέννημα=εισόδημα από δημητριακά, γιάτρα=κοίτα, γιόμα=μεσημέρι, γιοργάδα=τρέξιμο, γκάβαλα=περιττώματα ζώων, γκανιάζω=διψώ πολύ, γκούσια=σαγόνι, γκριντελάνι=λάρυγγας, γλέπω=βλέπω, γλίτσα=γλυστερό χώμα, γράνα=χαντάκι, γραπώνω=πιάνω βίαια, γρυ=τσιμουδιά.
Δ
-Δάγκλα=στροφή στο δρόμο, δέμπλες=μακριά, ολόισια ξύλα, δικριάνι=εργαλείο λιχνίσματος, δίσαλο=ξεραμένο ψωμί, δόγα=σανίδα για κατασκευή βαρελιών, δραγκωμένος=μαζωμένος από κρύο, δυχατέρα=θυγατέρα.
Ε
-Έγνοιες=σκοτούρες, εδιάκα=επήγα, ειτεμή=άλλως, έντο=νάτο, ερημοστασιό=έρημος τόπος, ευτού=εκεί, έφρυγο=δυσφήμηση, εφτούνο=αυτό, έχουτε=έχετε.
Ζ
-Ζαλιά=φορτίο, ζάρα=μεγάλη στάμνα, ζγκαρλίζω=ανακατώνω, ζγούφτω=σκύβω, ζέγνει=βρωμάει, ζούρλια=τρέλα, ανοησία, ζουπάω=πιέζω.
Η
-Ήβαλα=ανακατωμένα.
Θ
-Θέλουτε=θέλετε.
Ι
-Ίβαλα=κομμάτια.
Κ
-Κακαρώνω=πεθαίνω, καλικούτσια=στον ώμο, κάρκανο=ξερό, καλντάω=κουράζομαι, καταμπιρισμένος=κακόμοιρος, κατσούλα=γάτα, κατσιμπούλα=πεταλούδα, κειώνω=τελειώνω, κενώνω=σερβίρω, κιοτεύω=φοβάμαι, κιούπι=πήλινο λαγήνι, κοκλίβες=κομμάτια, κονάκι=οικία, κονταυγή=χάραμα, κορδομύτα=εγωίστρια, κοτάω=τολμώ, κούγελο=ανόητος, κούκλα=καλαμπόκι, κούμπλα=βρύση, κουρεμπάτσιας=κουρεμένος σύρριζα, κούσιαλο=γέρος μεγάλης ηλικίας, κουτουρού=τυχαία, κουτσούνα=κούκλα, κριτσινίδα=σκληρό μέρος κρέατος.
Λ
-Λαΐνα=στάμνα, λαγκεύει (το μάτι μου)=παίζει το μάτι μου, λακάω=τρέχω, λακριντί=συζήτηση, λαλαγγίδες=τηγανίτες, λατανάω=βυζαίνω, λόπια=ξερά φασόλια, λουμώνω=λουφάζω.
Μ
-Μάγκανα=μαλώματα, μαξούμι=μικρό παιδί, μάπα=λάχανο, μαρτίνι=κατσίκι, ματσούκι=κοντόχοντρο ραβδί, μουντζαλάω=λερώνω με μελάνι, μούργα=χοντρό λάδι, μπαγιάτι=κρύο ψωμί, μπάκακας=βάτραχος, μπατάκες=πατάτες, μπατανία=κουβέρτα, μπικιόνα=τενεκές, μπίτι=καθόλου, μπιχερίζω=κτυπώ με τα χέρια, μπλεζενιά=καρπούζι, μπονώρα=πολύ πρωί, μπουκούμι=ψαχνό κρέας, μπουχός=σκόνη.
Ν
-Νάκα=φορητή κούνια μωρών που έβαζαν στην πλάτη τους οι γυναίκες αγρότισσες, νταβλαράς=μεγαλόσωμος, νταβραντισμένος=αγριεμένος, νταβριτσώνω=χορταίνω φαγητό, νταμιλάς=αποπληξία-εγκεφαλικό, νταφίνες=αερολογίες, ντεγνέκι=ένα χέρι ξύλο, ντενεφέδα=μυαλό, ντιλάρι=δυνατός άνθρωπος, ντράβαλα=φασαρίες, ντριτσινάω=κουνάω χέρια και πόδια, ντώνω=χαλαρώνω.
Ξ
-Ξένω=ανοίγω μαλλιά, ξεχλιαίνω=διασκεδάζω.
Ο
-Όμπυο=πύον, ορμήνεια=συμβουλή, ούθε=όπου, ούλος=όλος, ουλούθε=παντού.
Π
-Παλαγάρι=πεντακάθαρο, παλιόπραμα=παλιάνθρωπος, παπαδέρλες=ανοησίες, παρεθύρι=παράθυρο, πατάκα=πατάτα, πατίκα=γεμάτα, περονιάζω=αισθάνομαι το κρύο, πιλάλα=τρέξιμο, πιλαλάω=τρέχω, πολιώρα=προ ολίγου, ποριά=πέρασμα, πουντιάζω=κρυώνω πάρα πολύ, πρέσβελο=ξερό ψωμί, προγκάω=φοβίζω ζώα, προκάνω=προφταίνω.
Ρ
-Ρετζελάει=χύνεται, ροκώνω=στριμώχνω, ρουκούλημα=κατωφέρεια, ρουπώνω=χορταίνω.
Σ
-Σάρωμα=σκούπα, σγουμπαίνω=καμπουριάζω, σγούφτω=σκύβω, σειριά=σόι, γενιά, σεργούνι=ντροπή, εξευτελισμός, σιαδώθε=προς τα εδώ, σιακάτου=ίσια κάτω, σιαπέρα=προς τα πέρα, σιούρα=σφύριξε, σκαπετάω=εξαφανίζομαι τρέχοντας, σκαπουλάρω=διαφεύγω, σκαρίζω=πάω τα πρόβατα για βοσκή, σκατογένης=διάβολος, σκατοψύχια=κατάρες, σκαφίδα=μεγάλη λεκάνη, σκιάχτηκα=τρόμαξα, σκουζμάρι=δυνατή φωνή, θλιβερή, σκουράντζος=ρέγκα, σκουρδουμπούλημα=παραπάτημα, σκουτί=ρούχο, σούγελο=υδροροή, σουράω=σφυρίζω, σουφράς=κοντό στρογγυλό τραπέζι, σταθιμός=σταθμός, σταλίζω=στέκομαι άπραγος, στοιχερό=χοντρό ξύλο στη μέση του αλωνιού που έδεναν τα ζώα, στούμπια=μεγάλες πέτρες, κοτρόνες, στρέγει=φανερώνει, στρεκλάω=παραπατώ, στρόφος=λαιμαργία, συλαρώνω=συνηθίζω, σωμάρα=μείωση των δυνάμεών μας.
Τ
-Τανιέμαι=σφίγκομαι, ταχιά=αύριο, τέντα=ανοιχτά, τηλώνω=χορταίνω, τηράου=βλέπω, τούμπλα=αναποδογύρισμα, τούραγνα=βάσανα, τουρλόκολα=ανάποδα, τρικέρης=άτιμος, τσιλάγρα=χοντρή βροχή, τσιορομπίλια=μικρά παιδιά, τσούκι=ανόητος, τσουράπι=κάλτσα, τουλούπα=μαζεμένο μαλλί που μπαίνει στη ρόκα.
Φ
-Φακλάνα=κακόφημη γυναίκα, φελάω=αξίζω, φλέσουρα=μικρά σκουπιδάκια από ξύλα, φορτσέρι=μπαούλο, φούγα=οργή, καταστροφή, φουρφουράει=σέρνεται, φουσάτος=βιαστικός, φουσκί=κοπριά, φτουράει=επαρκεί, φυράδα=χαραμάδα, φωκιάζω=εφοδιάζω, φωτίκια=βαπτιστικά.
Χ
-Χαϊβάνης=βλάκας, χαημάρα=αδυναμία, χάμου=κάτω, χαμπηλό=χαμηλό, χαράμι=άδικα, χαρχάλω=άκομψη, χάχαλα=ψιλά ξύλα, χορίδι=ασβέστης, χουγιάζω=αποδοκιμάζω.

Πηγή: α) Ιστολόγιο Μερόπης, β) κάτοικος του Σουλιμά και γ) Λεωνίδας Γ. Θεοχάρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου