Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Τ' Αρουσαλιού

Τ’ Αρουσαλιού στα Σουλιμοχώρια, ήταν μια γιορτή αφιερωμένη αποκλειστικά στους νεκρούς και γιορταζόταν την παραμονή της Πεντηκοστής.
Σήμερα αυτή η γιορτή δυστυχώς - όπως και τόσες άλλες - έχει «καταντήσει» μια τυπική αγγαρεία που «κρατιέται» σε ελάχιστα χωριά, που ακόμα δεν έχει φτάσει το σαράκι του ψευτο-Εξευρωπαϊσμού και της παγκοσμιοποίησης.
Η ονομασία Αρουσαλιού προέρχεται από τα «Ρουσάλια». Με την πάροδο των χρόνων είναι εύκολο τα Ρουσάλια να αποδοθούν με τις λέξεις τ' αρουσαλιού, του ρουσαλιού, της ρουσαλής. Για την προέλευση της λέξης υπάρχουν τρεις παραδοσιακές αναφορές:
α) Η λέξη Ρουσάλια, προήλθε από τη Λατινική λέξη «Rossa», που σημαίνει ρόδα - τριαντάφυλλα. Κατά την παράδοση, οι Λατίνοι - Ρωμαίοι ειδωλολάτρες, κατά τη χρονική περίοδο Μαΐου - Ιουνίου, π’ ανθίζουν οι τριανταφυλλιές, μάζευαν τριαντάφυλλα και στόλιζαν τους τάφους των νεκρών τους. Παράλληλα έκαναν θυσίες ζώων για να τιμήσουν τους νεκρούς, γεύματα, οινοποσίες, τραγούδια και χορούς. Όταν οι Λατίνοι ειδωλολάτρες κατάχτησαν τον Ελλαδικό χώρο, το έθιμο αυτό αφομοιώθηκε από τους Έλληνες και όταν οι τελευταίοι ασπάστηκαν το Χριστιανισμό εκχριστιανίστηκε και προσαρμόστηκε στη νέα θρησκεία.
β) Η λέξη Ρουσάλια, είναι Αρβανίτικη ή Αλβανικής προέλευσης. Το ίδιο και η εορτή, η οποία γιορταζόταν από τα αρχαία χρόνια στα Άρβανα και στην κάτω-νότια περιοχή της Εγνατίας οδού, όπου ζούσαν και απ’ όπου κατάγονταν οι πρόγονοι των Σουλιμοχωριτών και όχι μόνο.
γ) Η λέξη Ρουσάλια, αλλά και η εορτή, έχουν Εβραϊκή προέλευση. Η λέξη είναι παραφθορά της λέξης-ονομασίας Ιερουσαλήμ. Όσο για την εορτή, οι αρχαίοι Εβραίοι είχαν θεσπίσει κάθε χρόνο μια γιορτή για τους ζωντανούς, την οποία τελούσαν κάθε χρόνο της ημέρα της Πεντηκοστής. Οι πρώτοι Χριστιανοί, σε αντιπερισπασμό των όσων έκαναν οι Εβραίοι για τους ζωντανούς, καθιέρωσαν την παραμονή της Πεντηκοστής σαν ημέρα-εορτή των νεκρών τους.
Το απόγευμα της Παρασκευής, οι άντρες έσφαζαν ένα αρνί ή κατσίκι και οι γυναίκες ζύμωναν κι έψηναν στους φούρνους τους τα πρόσφορα, τα ψωμιά και έβραζαν τα κόλλυβα.
Το Σάββατο το πρωί, πήγαιναν οικογενειακώς στην εκκλησία του νεκροταφείου του χωριού. Μαζί τους κράταγαν ένα πρόσφορο, τα κόλλυβα στολισμένα με ζάχαρη και ψιλοκουφέτα και σπόρους από ρόδια, ένα καρβέλι ψωμί, τυρί, ένα μπουκάλι κρασί και λουλούδια.
Μπαίνοντας στην εκκλησία έδιναν στον παπά το πρόσφορο κι άφηναν όλα τα υπόλοιπα - εκτός από τα λουλούδια - μπροστά στο τέμπλο της εκκλησίας για να «διαβαστούν».
Μετά από αυτό έπαιρναν οι γυναίκες συνήθως λίγα ψυχοκέρια από την εκκλησία και τα λουλούδια και πήγαιναν στον τάφο των νεκρών τους. Αφού στόλιζαν τον τάφο με τα λουλούδια άναβαν τα ψυχοκέρια και στη συνέχεια λιβάνιζαν.
Κατόπιν ξαναγύριζαν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία και την επιμνημόσυνη ακολουθία, κατά την οποία ο παπάς διάβαζε τα ονόματα των νεκρών από το μεριδοχάρτι (χαρτί στο οποίο ήταν γραμμένα όλα τα ονόματα των νεκρών κάθε οικογένειας). Όταν τελείωναν όλα αυτά μετέφεραν τα κόλλυβα, το ψωμί, το τυρί και το κρασί στον τάφο και τα τοποθετούσαν πάνω του.
Μετά άναβαν πάλι τα ψυχοκέρια, έκαιγαν λιβάνι και οι γυναίκες - κυρίως οι μεγάλες σε ηλικία - «έπιαναν» τα μοιρολόγια, που κράταγαν ως την ώρα που έφτανε ο παπάς στον τάφο, για να ψάλλει την επιτάφια δέηση και το τρισάγιο.
Ο παπάς του χωριού πήγαινε από τάφο σε τάφο κι έψελνε δεήσεις για τη σωτηρία και ανάπαυση των ψυχών όλων των νεκρών. Για να μη ξεχάσει κανέναν από τους νεκρούς κάθε οικογένειας διάβαζε όλα τα ονόματα από το μεριδοχάρτι.
Όταν τελείωναν τα τρισάγια στους τάφους, όλοι οι παρευρισκόμενοι μαζεύονταν στο προαύλιο της εκκλησίας και κάθονταν στα πεζούλια του. Εκεί άρχιζαν οι γυναίκες να μοιράζουν κόλλυβα, ψωμί, τυρί και κρασί, για τη συγχώρεση των ψυχών των νεκρών τους. Αφού έτρωγαν κι έπιναν όλοι, ο παπάς διάβαζε την ευχή της απόλυσης κι έτσι τελείωνε η μέρα που ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς.
Από τα πολλά φαγητά και τα κρασιά, οι περισσότεροι έρχονταν στο κέφι και σχεδόν πάντα από τη θλίψη του ψυχοσάββατου, το γύρναγαν στο γλέντι, στο τραγούδι και στο χορό, όχι βέβαια στο νεκροταφείο, αλλά στην πλατεία του χωριού. Γι αυτή την ανακολουθία είχαν κατηγορηθεί για ασέβεια προς τους νεκρούς τους, χωρίς αυτό βέβαια να έχει βάση. Το γλέντι κράταγε ως αργά το απόγευμα, αλλά συνεχιζόταν την επόμενη μέρα της Πεντηκοστής και τη μεθεπόμενη του Αγίου Πνεύματος, ημέρες πανηγυριού για τους Σουλιμοχωρίτες.
Το έθιμο αυτό συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στο Σουλιμά, με την προσέλευση όλων όσων διαμένουν στην Αθήνα ή κάπου μακριά από το χωριό. Είναι μια καθιερωμένη γιορτή μνήμης και τιμής στους νεκρούς που οι Σουλιμαίοι τηρούν και θα τηρούν για πάντα, γιατί σέβονται και δεν ξεχνούν τους ανθρώπους που έχουν χάσει ποτέ.

Σημ: Οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο του Δημήτρη Αθανασόπουλου "ΣΟΥΛΙΜΟΧΩΡΙΑ ΝΤΡΕΔΕΣ ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ιστορική αναδρομή - Λαογραφικές αναμνήσεις".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου