Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Αφιέρωμα στην αγρότισσα μάνα

«Χίλιες αγάπες στη ζωή - της μάνας μια δεν κάνουν - και σαν της μάνας τον καημό - χίλιοι καημοί δεν φτάνουν».
Αφιερώνεται με ιδιαίτερη ευλάβεια στην αγρότισσα μάνα, την αφανή αυτή ηρωίδα, την στυλοβάτη κάθε σπιτιού. Στις μανάδες όλων μας. Στις σεπτές και ανεπανάληπτες εκείνες μορφές που αγωνίστηκαν σκληρά και θυσίασαν την προσωπική τους ζωή, για να ζήσουμε εμείς καλύτερα.
Πράγματι, έτσι είναι. Όπως ένας κόκκος χρυσού ξεχωρίζει μέσα σε χιλιάδες κόκκους άμμου, έτσι και η λέξη μάνα ξεχωρίζει μέσα σε χιλιάδες άλλες ελληνικές λέξεις, γιατί μέσα της έχει την ΑΓΑΠΗ, την τρυφερότητα, την υπομονή και τη θυσία.
Η μάνα είναι η επίγεια θεά, το σύμβολο της ζωής και της δημιουργίας, προσφέρει τις υπηρεσίες της στην οικογενειακή της εστία, χωρίς φειδώ και γογγυσμό, σε κάθε περίπτωση. Το μητρικό της ένστικτο δεν αποτιμάται και δεν εξαγοράζεται με τίποτα. Δεν μνησικακεί, αλλά αντίθετα μακροθυμεί.
Η ηρωίδα αυτή μάνα με ξεθωριασμένο φόρεμα από τις καιρικές συνθήκες έκανε όλες τις δουλειές, όχι μόνο του σπιτιού, αλλά και αγροτικές, σε συνεργασία με τον άνδρα της ή και μόνη σε ορισμένες από αυτές. Μέσα στη βροχή, το χιονιά, το κρύο και το λιοπύρι φορτωνόταν το βαρέλι και πήγαινε στη βρύση για νερό ακόμα και τα μεσάνυχτα. Κουβαλούσε ζαλιά τα ξύλα, τα αλέσματα, τους σανούς, τα χαράρια με τα άχυρα και χίλια δύο πράγματα που έπρεπε να μεταφερθούν, ιδίως όταν στο σπίτι δεν υπήρχε κάποιο ζώο γι αυτό το σκοπό.
Η αγρότισσα γυναίκα αναγκασμένη να δουλέψει η ίδια για να ντύσει την οικογένειά της, να στολίσει το σπιτικό της και να προετοιμάσει την προίκα των κοριτσιών της έδινε στη δουλειά της δημιουργική πνοή. Με οδηγό την έμφυτη καλαισθησία τους και την παράδοση οι Σουλιμιώτισσες, γριές και νιές, από το πρωί μέχρι το βράδυ και τις νύχτες στα ατέλειωτα νυχτέρια, κάτω από το θαμπό φως της λάμπας πετρελαίου ή του καντηλιού, ύφαιναν, έπλεκαν και κεντούσαν. Κάθε σχέδιο χρωματιστό και κάθε βελονιά στο κεντητό υφαντό, ήταν και μια προσδοκία, μια λαχτάρα, ένας καημός. Ήταν η περηφάνια και το βιός, ήταν το μεράκι της ψυχής της κάθε υφάντρας, πλούσιας ή φτωχής. Η φτερωτή σαΐτα με το πήγαινε – έλα στον αργαλειό έπλεκε το στημόνι με το υφάδι μαζί με τα όνειρα της κάθε κοπέλας.
Αν τυχόν είχε μωρό και δεν έμενε στο σπίτι άλλη γυναίκα, που να είχε εμπιστοσύνη να το φροντίσει, το έπαιρνε μαζί στη νάκα, την οποία κρεμούσε στον ώμο της. Στο χωράφι κρεμούσε τη νάκα με το μωρό, στο πιο κοντινό δέντρο και άρχιζε να θερίζει στου θεριστή τον ήλιο τον καυτό. Το βράδυ γύριζε στο σπίτι να ζυμώσει, να κάψει το φούρνο, να ψήσει το ψωμί, να ετοιμάσει φαγητό για την άλλη ημέρα το πρωί.
Έτσι κουρασμένη και ταλαιπωρημένη όπως ήταν, έπρεπε να «βυζάξει» το παιδί και να καλοδεχτεί τις παρέες που έφερνε στο σπίτι ο γλεντζές και «υποτίθεται κοινωνικός» σύζυγος, σε αυτές τις δύσκολες ώρες.
Τα ροζιασμένα χέρια της έδειχναν την τίμια δούλεψή της, ενώ το πρόσωπό της μαρτυρούσε την εργατικότητά της. Δεν είδε ποτέ αισθητική περιποίηση και δεν γνώρισε φκιασίδι. Το μόνο χάδι που ένιωσε στο τίμιο πρόσωπό της, ήταν η ψύχρα του βοριά και το θερμό φιλί του ήλιου.
Πολλοί λένε πως καίτοι η μάνα τους πέθανε σε βαθιά γεράματα και οι ίδιοι ήσαν αρκετά μεγάλοι άνθρωποι, δεν την είδαν ποτέ να κοιμάται! Μα πώς να την δουν, αφού εκείνη, όταν η οικογένεια το βράδυ έπεφτε να κοιμηθεί, είχε ακόμη ένα σωρό δουλειές να κάνει και πάλι για να είναι όλα έτοιμα το πρωί ξύπναγε «από τη μαύρη νύχτα».
Η γυναίκα των παλαιών εποχών ήταν ο μεγάλος αφανής ήρωας, που κρατούσε σε ευστάθεια και ισορροπία το θεσμό της οικογένειας και διαιώνιζε την παράδοση, διατηρούσε την αλληλοαφοσίωση των συζύγων και σαν μάνα τοποθέτησε τον εαυτόν της σε περίοπτη θέση αποθέωσης από τους απογόνους της.
Πολύ σωστά δε λένε, ότι η μάνα είναι εκείνη που μπορεί να πάρει τη θέση όλων των άλλων, αλλά κανένας δεν μπορεί να πάρει τη θέση τη δική της.
Η μάνα είναι ο χτύπος της καρδιάς μέσα στο σπιτικό. Χωρίς αυτήν, είναι σαν να έπαψε η καρδιά να πάλλεται. Όλοι ξέρουν πως μια καλή μάνα προσφέρει στα παιδιά της την αίσθηση της εμπιστοσύνης και της σταθερότητας. Είναι οι γη τους, είναι ο άνθρωπος στον οποίο μπορούν να βασίζονται για όλα τα σπουδαία πράγματα.
Καθοδηγεί με την αγάπη της τα παιδικά χρόνια. Κρατάει την νιότη αγνή και τίμια με τη γλυκιά της κυριαρχία. Όσο για την ώριμη ηλικία και αυτή ακόμα αποδέχεται την εξουσιαστική της επίδραση που πλάθει μέχρι την ύστατη ώρα χαρακτήρες. Μητέρα είναι ο τίτλος του ύψιστου αξιώματος της γυναίκας. Υποφέρει και στερείται για να ικανοποιήσει, λυπάται για να συμμορφώσει, χαίρεται για να χαροποιήσει.
Αυτή μόνη κρατεί την πνευματική σμίλη στα χέρια της για να λαξεύσει χαρακτήρες, χαρίζοντας διπλή ζωή της ύπαρξης και του πνεύματος.
Ανυπολόγιστη η ψυχική της αντοχή! Για το παιδί της δυνατή σαν γίγαντας όταν αυτό κινδυνεύει, τρυφερή σαν άνοιξη όταν το παρηγορεί! Καταφύγιο η αγκαλιά της, ελπίδα το βλέμμα της, θάρρος το χαμόγελό της! Η μητέρα είναι ένα θαύμα, γιατί η μητρότητα περιλαμβάνει τις ευγενέστερες ανθρώπινες εκδηλώσεις: την αγάπη, την προσφορά, τη θυσία, την αυταπάρνηση, το ολοκληρωτικό δόσιμο στο καθήκον.
Υπάρχει άραγε ανθρώπινο πλάσμα σε αυτόν τον κόσμο που να προκαλεί τέτοια αισθήματα συμπάθειας, στοργής, αγάπης αλλά και λατρείας, όσο η μάνα;
Είναι ο κυρίαρχος παράγων της οικογενειακής συνοχής. Ο κυματοθραύστης των οικογενειακών κρίσεων και προβλημάτων, η απαντοχή του συζύγου, το καταφύγιο και η ασπίδα των παιδιών.
Γι αυτό ας γυρίζει ο νους μας σε αυτήν που μας γέννησε, που μας μεγάλωσε, ας απευθύνουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στη μάνα, ας αναγνωρίσουμε έστω και αργά τους κόπους και τις θυσίες της, τα καρδιοχτύπια της και την έννοια της σε κάθε φάση της ζωής μας, προτού μας φύγει και την χάσουμε ήσυχα και αθόρυβα, αφήνοντας τα «σ’ αγαπώ και σ’ ευχαριστώ» αχρείαστα και ανείπωτα για πάντα.

Σημ: Το παραπάνω υλικό δόθηκε από το Λεωνίδα Γ. Θεοχάρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου