Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Δημοτικό τραγούδι - Τραγούδια για το Σουλιμά

Το δημοτικό τραγούδι γεννήθηκε από την ανάγκη να εκφράσει ο άνθρωπος του λαού τα συναισθήματά του, τη χαρά ή τη λύπη του, τον πόνο ή τον ενθουσιασμό του, έτσι ο λαός είδε το δημοτικό τραγούδι σαν μια ανάγκη ζωής, σαν σύντροφο αχώριστο στη χαρά και στη λύπη. Οι δημιουργοί του είναι απλοί άνθρωποι του λαού, αγράμματοι ίσως, με αυξημένη όμως καλλιτεχνική ευαισθησία και εκφραστική ικανότητα. Τα δημιουργήματά τους κυκλοφορούν ανώνυμα από στόμα σε στόμα και γίνονται αυτόματα μέρος της προφορικής παράδοσης.
Τα δημοτικά τραγούδια εκφράζουν και το χαρακτήρα των κατοίκων της κάθε περιοχής. Διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: του τραπεζιού ή της τάβλας, που τα τραγουδούν καθιστοί και του χορού που τα χορεύουν. Τα τραγούδια που δεν χορεύονται τα λένε κατά τη διάρκεια του φαγητού ή προς το τέλος του. Στα γλέντια τα τραγούδια του τραπεζιού προηγούνται των τραγουδιών του χορού και είναι ένα είδος προθέρμανσης.
Πολλά είναι τα τραγούδια που αναφέρονται και στο Σουλιμά και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα και ελπίζουμε για πάντα. Θα αναφέρω μόνο μερικά από αυτά:

ΣΟΥΛΙΜΙΩΤΙΣΣΑ:

Δε φταίνε τα, δε φταίνε τα γλυκά κρασιά, ορέ δε φταίν’ τα παλικά-παλικάρια Σουλιμιώτισσα, Σουλί-Σουλιμιώτισσα για σένα βαριαρρώστησα.
Τα φταίνε οι Σου-τα φταίνε οι Σουλιμιώτισσες, άιντε που βάζουν το φτιασί-το φτιασίδι Σουλιμιώτισσα.
Σουλιμιώτισσα με λένε κι αν σ’ αρέσω γύρεψέ με.
Το βάζουν νιές, το βάζουν νιές, το βάζουν γριές, άιντε το βάζουν παντρεμέ, παντρεμένες Σουλιμιώτισσα.
Σουλιμιώτισσα για σένα, άφησα τη μάννα που με γέννα.
Το βάζει και το βάζει και μια παπαδιά, άιντε για να αγαπήσει διά-βρε διάκο Σουλιμιώτισσα, Σουλιμιώτισσα κυρά μου, συ μου πήρες τα μυαλά μου.

ΘΕΛΕΤΕ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΒΙΟΛΙΑ;

Θέλετε ν’ ακούσετε βιολιά, να μάθετε τραγούδια;
Περάστε από το Σουλιμά που ‘χουνε πανηγύρι, εκεί θα ακούσετε βιολιά, θα μάθετε τραγούδια. Χορεύουν νιες, χορεύουν γριές, χορεύουν δυο νυφάδες, χορεύει η παπα-Ντώναινα μαζί με το Γυφτούρα και ο γέρο-Τάσης πάει μπροστά κι όπου πατάν σκουπίζει.

ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΜΑ

Εσείς βουνά του Σουλιμά, Μάλιζα και Βουρντάτσι, γιατί δεν καμαρώνετε και είστε λυπημένα, βαριά βαλαντωμένα;
Οι Ντρέδες μας εφύγανε στην Καλαμάτα πάνε.
Από βραδύς ξεκίνησαν με τ’ άρματα ζωσμένοι φουστανελοφορεμένοι και μες στα άσπρα ντυμένοι.
Μπροστά πηγαίνει ο αρχηγός πίσω τα παλικάρια πάνε να πολεμήσουν κι ελεύθεροι να ζήσουν.

ΠΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΛΙΜΑ

Εσείς πουλιά απ’ του Σουλιμά, άιντε ορέ αετοί του Άι-Δημήτρη, ανοίξτε τις φτερούγες σας, ορέ φτερούγες σας, ανοίξτε τις φτερούγες σας, άιντε ορέ να πάτε τα χαμπέρια.
Οι στρατηγοί, ορέ, μας φύγανε, ορέ, μας φύγανε, οι στρατηγοί μας φύγανε, άιντε, ορέ, φύγαν από τα λημέρια.
Αγάντα, όλοι μας παιδιά, όλοι μας, ορέ παιδιά.
Γεια σας και χαρά σας λεβέντες σταυραετοί που πάτε τα χαμπέρια να ‘ρθούνε οι στρατηγοί.

ΤΡΙΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΚΑΘΟΝΤΑΙ

Τρία μωρέ, τρία πουλάκια κάθονται μες στου Σουλιμά τη ράχη, ζήτω του Παπατσωράκη.
Το ένα, μωρέ, το ‘να κοιτάει του Σουλιμά, αχ και τ’ άλλο κατά του Λάπι, ζήτω του Παπατσωράκη.
Το τρί- μωρέ, το τρίτο το μικρότερο κατά την Κυπαρισσία, που ήτανε τα δημαρχεία.
Βάλτε τελά- βάλτε τελάλη, ρε παιδιά, αχ να μαζευτούν τα παλικάρια, Ντρέδες όλοι τους λιοντάρια.

ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΕΣ ΚΑΘΟΝΤΑΙ

Τρεις περδικούλες κάθονται στη ράχη στο Βουρντάτσι.
Η μια κοιτάει του Σουλιμά κι άλλη τα Πλατάνια, η τρίτη η μικρότερη μοιρολογάει και λέει: «Δεν στο ‘πα ‘γω, Χαλίλη μου, δεν στο ‘πα ‘γω Αγά μου, στη Μακριά-Λάκα να μην πας γιατί είναι Σουλιμαίοι.
Ρίχνουνε σε σκοτώνουνε, Χαλίλη μου οι Ντρέδες.
Αυτοί Τούρκους δεν προσκυνάν, Βεζύρηδες και Αγάδες, γιατί Αγά ‘χουν το σπαθί, Βεζύρη το τουφέκι.
Ξέρουν να ζουν ελεύθεροι με λεβεντιά και χάρη».

ΣΤΟ ΣΟΥΛΙΜΑ ΟΙ ΕΜΟΡΦΕΣ

Στο Σουλιμά οι έμορφες, στο Ψάρι οι μαυρομάτες και στον καημένο Αετό, κοντούλες και γεμάτες.
Τα παλικάρια τα καλά, ωχ γρήγορα γερνάνε, μα δε γερνάνε από δουλειά, ούτ’ από γερατεία, γερνάνε από τις έμορφες κι από τις μαυρομάτες που κάθονται αντίπερα, ψηλά στα μπαλκονάκια, ψηλά στα μπαλκονάκια και στα παραθυράκια.

ΣΤΟΥ ΣΟΥΛΙΜΑ ΣΥΝΑΧΘΗΚΑΝ

Ήταν ημέρα Σάββατο 23 του Μάρτη που οι Ντρέδες ξεσηκώθηκαν και κάμανε γιουρούσι.
Στο Σουλιμά συνάχθηκαν όλοι οι καπεταναίοι, στον Άι-Δημήτρη πήγανε κι ανάψαν το κερί τους και το σταυρό τους έκαμαν κι όλοι τους μεταλάβαν.
Το μπαϊράκι άρπαξε ο γέρο Παπατσώρης και πρώτος εξεκίνησε στην Αρκαδιά να πάνε.
Στο Κεφαλάρι αντάμωσαν κι άλλους καπεταναίους.
Στη Καλαμάτα πήγανε που ήταν και τ’ άλλο ασκέρι, ήταν ο γέρος του Μοριά και οι Μαυρομιχαλαίοι.

Πηγή: Από το βιβλίο «ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ» του Λεωνίδα Γ. Θεοχάρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου