Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Δημήτριος Μητρόπουλος: Αστυνομία και Κοινωνία

Γράφει ο Δημήτρης Μητρόπουλος, Αντιστράτηγος, Επίτιμος Υπαρχηγός Ελληνικής Αστυνομίας, Συγγραφέας, Πτυχιούχος Νομικής, Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής στη Σχολή Αξ/κών Ελληνικής Αστυνομίας, Πιστοποίηση ΕΟΠΠΕΠ, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.

Μιλώντας για την ορ­γάνωση, την ευημε­ρία και την προκοπή της Κοινωνίας μας, είναι εύλογο να ανατρέξει κανείς στον «Πρωτα­γόρα» του Πλάτωνα και να μνημο­νεύσει το πολύ γνωστό περιστατι­κό της «αιδούς» και της «δίκης». Ο Ζευς, δηλαδή, βλέποντας ότι είναι αδύνατη η ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων, έστειλε σε αυτούς την «αιδώ» και την «δίκη» με την εντολή, όποιος τις παραβιάζει να τι­μωρείται αυστηρά. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό και υπογραμμίζεται από όλους τους πολιτειολόγους του κόσμου, ο Πλάτων, στην «Πολι­τεία» του, μιλάει με ιδιαίτερη έμφαση για το ρόλο των Φυλάκων που ήταν ταγμένοι για την εποπτεία τηρήσεως και εφαρμογής των θέσμιων. Και δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα της επιλογής εκείνων που θα ασχοληθούν με το λειτούργημα αυτό. Καθώς επίσης και στο θέμα της κατάλληλης αγωγής και παιδείας των (Πολιτεία 374c). Και ακόμη δεν νοείται για τον Πλάτωνα δημόσιος λειτουργός ο οποίος να μην έχει ενστερνιστεί την ιδέα της Δικαιοσύνης. Η οποία, κατ' αυτόν, εί­ναι η κορωνίδα των αρετών για μια «υγιή Πόλιν» όπως την αποκα­λεί και όχι «φλεγμαίνουσαν και ασθενή».
Σήμερα ο ρόλος της Αστυνομίας είναι ένας φάρος, που φωτίζει την Κοινωνία και τον βλέπουν οι άλλοι. Είναι ένα σημείο αναφοράς για όλους. Είναι ένας κυματο-θραύστης στα ορμητικά κύματα της δια­φθοράς και του εγκλήματος. Γι’ αυτό και ο Αστυνομικός σήμερα, πρέ­πει να γνωρίζει πολλά πράγματα για να ανταποκριθεί στη δύσκολη αποστολή του. Πρέπει να είναι ενήμερος για τα σύγχρονα επιτεύγ­ματα της τεχνολογίας και γενικότερα για τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιεί. Πρέπει να έχει τέτοια μόρφωση, κοινωνική, επαγ­γελματική και επιστημονική που απαιτεί η θέση του στην πολυτά­ραχη, καταναλωτική και προκλητική κοινωνία μας.
Το άτομο είναι απομονωμένο στη σημερινή κοινωνία, υποφέ­ρει από την απομόνωση, δεν ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει γύρω του. Οι άνθρωποι γίνονται κάθε μέρα και περισσότερο ατομιστές. Υπάρχει αδιαφορία για τα προβλήματα των άλλων. Οι άνθρωποι ποτέ δεν υπήρξαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, όσο και τόσο μα­κριά, ο ένας από τον άλλον.
Έκδηλη είναι η περιφρόνηση προς τις ηθικές αξίες. Η εξασθέ­νηση του αισθήματος της εξωτερικής συμπεριφοράς, δεν συμβαδί­ζει με τις απαιτήσεις των αναγκών της ασφάλειας, της ηρεμίας και της ελευθερίας του πολίτη.
Έτσι ο αστυνομικός είναι ανεπιθύμητος και επιθυμητός, για­τί εκφράζει τις υποχρεώσεις και την ελευθερία. Είναι δεκτή η αστυ­νομία, για τα προβλήματα του πολίτη και ανεπιθύμητη, όταν εφαρ­μόζει τους νόμους.
Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει η αστυνομία να μην εργάζεται υπό σκιά, αλλά να πληροφορεί το κοινό, το οποίο δεν είναι σωστά πληροφορημένο και δεν γνωρίζει την αληθινή εικόνα του αστυνομικού.
Μόνον η παρουσία με στολή αστυνομικών σε πολυσύχναστα στο κοινό μέρη, θα βελτιώσει τις σχέσεις αστυνομικών και κοινού.
Οι αστυνομικοί των τμημάτων τάξης πρέπει να γνωρίζουν πρό­σωπα και πράγματα και να αντιλαμβάνονται καλά και γρήγορα. Οι αστυνομικοί ποτέ δεν πρέπει να λένε στο πολίτη, «δεν ξέρω». Ο κα­λύτερος αστυνομικός είναι εκείνος, που πληροφορεί πρόθυμα και με ακρίβεια τον απευθυνόμενο σε αυτόν πολίτη. Ιδιαίτερα πρέπει να προστατεύει τους νέους και να φέρεται στοργικά.
Για την καλυτέρευση της εικόνας του αστυνομικού και ιδιαίτε­ρα του αστυνομικού με στολή, υπάρχει απόλυτη ανάγκη αρμονικής συμβίωσης αστυνομίας και κοινού.
Η δημόσια τάξη και ασφάλεια δεν μπορεί να εξασφαλισθεί από την αστυνομία  μέσα σε ένα κλίμα εχθρότητας ή αδιαφορίας του πο­λίτη.
Πρέπει να νικηθεί το εμπόδιο, το οποίο αντιπροσωπεύει την ένω­ση των ιδεών, π.χ. οι πληροφοριοδότες να μη θεωρούνται καταδότες γιατί οι πληροφορίες που δίνουν στην αστυνομία για τις εγκλη­ματικές δραστηριότητες κάποιου, προστατεύουν τα ίδια τα συμφέ­ροντά του και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα, ατομικά και κοινω­νικά δικαιώματα.
Ο αστυνομικός πρέπει να βγει από το «γκέτο» της αντίθεσης και της τήρησης της τάξης. Απαιτείται η δημιουργία αλτρουιστών αστυνομικών εμπειρογνωμόνων και ειδικών, στην παροχή βοήθει­ας διάφορων τύπων.
Να καταβληθεί προσπάθεια για αύξηση στο μεγαλύτερο βαθμό των δραστηριοτήτων της αστυνομίας, οι οποίες εκτιμώνται περισ­σότερο από το κοινό, όπως οι περιπολίες ασφαλείας, οι αποστολές βοήθειας κλπ., οι οποίες πρέπει να εκφράζονται σε πλαίσιο πάντο­τε αυστηρά επαγγελματικό και με την προϋπόθεση ότι δεν θα φθά­νει η αστυνομία σε υπερβολές.
Θα πρέπει δηλαδή η αστυνομία να δώσει στο κοινό, εκείνο που επιθυμεί και όχι να ισχυρίζεται φορτικά, ότι έχει πάντοτε δίκιο.

Η καλυτέρευση τη επαγγελματικής συνείδησης των αστυ­νομικών.
Πρέπει να αντιληφθεί ο αστυνομικός, ότι οι δραστηριότητές του αντανακλούν τον πολιτισμό του ανθρώπου που έχει μέσα του, ο οποίος τον διακρίνει και τον κρίνει.
Πρόκειται για χρυσό κανόνα, στη σημερινή κοινωνία. Η συνεί­δηση του αστυνομικού εδραιώνεται στην ατομική του ευθύνη (ψυ­χολογική μελέτη του προβλήματος σε βάθος, ανάλυση των αναφο­ρών σύνθεση της συμπεριφοράς του, προπαρασκευή των επαφών του με το κοινό).
Όσον αφορά τη δραστηριότητα της αστυνομίας για τη βελτίω­ση των σχέσεών της με το κοινό, πρέπει να έχει σαν αντικειμενικό σκοπό την καλυτέρευση και επέκταση των υπηρεσιών της αστυνο­μίας οι οποίες «υποχρεώνουν» το κοινό.
Να παρακολουθεί η αστυνομία, από πολύ κοντά όλα τα επεισό­δια τα οποία ζημιώνουν τις σχέσεις με το κοινό, με τη μεσολάβηση του διοικητή της υπηρεσίας, ο οποίος οφείλει να εξηγεί και να απο­καθιστά τις καλές σχέσεις.
Να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που κρίνει ανα­γκαία, για την πληροφόρηση του κοινού και τις παρεχόμενες πλη­ροφορίες.
Να υποδέχονται οι αστυνομικοί το κοινό με καλοσύνη και να δί­νουν πρόθυμα πληροφορίες.
Η κοινωνική εκπαίδευση των αστυνομικών, αναγκαία προϋπόθεση για την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων της κοινωνίας.
Τα θέματα των κοινωνικών επιστημών, όπως π.χ. η κοινωνιολο­γία, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η εγκληματολογία, η σωφρονιστι­κή, η κοινωνική ψυχολογία κ.λπ. πρέπει να γίνονται γνωστά στους αστυνομικούς, σε ειδικά μαθήματα και διαλέξεις. Τα μαθήματα αυτά είναι βασικής σημασίας για το αστυνομικό επάγγελμα, οι δε γνώ­σεις από αυτά, είναι όχι μόνον πολύ απαραίτητες, αλλά και υποβο­ηθούν σημαντικότατα το έργο της αστυνομίας.
Η κοινωνία της εποχής μας είναι μία κοινωνία μετάβασης, στην οποία μια σειρά από δεδομένες συνθήκες του παρελθόντος οπωσδήποτε μεταβάλλουν και μεταβάλλονται σε μια κλίμακα τέτοια, ώστε κάποιος να μπορεί να μιλήσει για μια ευρύτερη κατολίσθηση, μπο­ρούμε να πούμε, όχι μόνο μιας σειράς από θεσμούς, αλλά επίσης και για μια κατολίσθηση των αξιών. Ο μεγάλος Γερμανός φιλόσο­φος και κοινωνικός επιστήμονας ΜΑΞ ΣΕΛΛΕΡ στις αρχές του αιώ­να, μιλούσε για κατολίσθηση όλων των αξιών. Αυτό είναι ένα στοι­χείο, το οποίο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, γιατί δημιουργεί ιδι­αίτερα προβλήματα στη σχέση των αστυνομικών και του πολίτη.
Επίσης ένα σοβαρό στοιχείο, το οποίο συνδέεται ακριβώς με αυ­τήν τη μεταβατικότητα της εποχής μας, είναι ότι ο δείκτης αμφισβήτη­σης των κοινωνικών πραγματικοτήτων και δομών έχει αυξηθεί κάθε­τα, όπως άλλωστε συνέβαινε κάθε φορά, που γεννιόταν ένα νέο κοι­νωνικό σύστημα ή ειδικότερα όπως π.χ. το πέρασμα από την αγρο­τική κοινωνία στην αστική κοινωνία, είχαμε τέτοιου είδους, μπορού­με να πούμε, μεταβολές στο δείκτη αμφισβήτησης.
Ο δείκτης αμφι­σβήτησης είναι πολύ μεγάλος και στην εποχή μας.
Εμείς ιδιαίτερα στην Ελλάδα, δεδομένου ότι είμαστε μια κοινω­νία που μπήκε σε όλη αυτή τη διαδικασία των μεταβολών αργότερα από τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης, το ζού­με αυτήν την περίοδο με ιδιαίτερη οξύτητα.
Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, ότι παγκόσμια, η κοινω­νία της εποχής μας είναι μια κοινωνία, που η κοινωνιολογία την ονο­μάζει «κοινωνία της επιτρεπτικότητας» και έχει μια τάση πολύ ανεκτι­κότερη από ότι στο παρελθόν, απέναντι στο διαφορετικό και στο άλλο.
Αυτά όλα τα στοιχεία σκιαγραφούν το πλαίσιο της κοινωνίας της εποχής μας και βεβαίως, προσδιορίζουν και τις μορφές της σύγχρο­νης κοινωνικής παθολογίας. Γιατί κοινωνική παθολογία, δεν είναι μόνον το έγκλημα, το οποίο έχει πρωταρχικά κοινωνικά αίτια και δεν αποτελεί κατά κανόνα εκδήλωση μιας διεστραμμένης εκ γενε­τής προσωπικότητας, αλλά επίσης η κοινωνική παθολογία έχει πά­ρει σήμερα και άλλες μορφές. Εδώ βέβαια πρέπει να λάβουμε σοβα­ρά υπόψη μας, ότι υπάρχουν παράγοντες, που προσδιορίζουν αυ­τήν την κοινωνική παθολογία. Ακριβώς επειδή ζούμε σε εποχή μετάβασης, υπάρχει έντονο το στοιχείο μιας αδιεξοδικότητας. Μεγά­λες μάζες ανθρώπων, ιδιαίτερα νέων ανθρώπων, έχουν την αίσθη­ση ότι η κοινωνική πραγματικότητα δεν τους δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουν μια ζωή με νόημα.
Ο ΜΑΞ ΒΕΜΠΕΡ έλεγε, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αδύνα­το να υπάρξει, να λειτουργήσει, αν δεν έχει νόημα η ζωή της. Γενι­κότερα, πρόκειται για τα γνωστά μας φαινόμενα αλλοτρίωσης όλων των κατηγοριών, που ερμηνεύουν πολλά από τα στοιχεία της σύγ­χρονης κοινωνικής παθολογίας.
Εδώ ανακύπτει ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο αστυνομικός δεν αντι­μετωπίζει απλά την ακραία ρήξη με το κοινωνικό περιβάλλον που είναι το έγκλημα με τα καθορισμένα από το νόμο στοιχεία του, αλλά μια διάχυτη παραβατικότητα, που συσχετίζεται και προκύπτει από τη συνολική κρίση της κοινωνίας.
Ακριβώς γι' αυτό και ο αστυνομικός πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει τα όρια ανάμεσα σ' αυτό που συνιστά και αποτελεί έκφρα­ση μιας γενικότερης κοινωνικής  κρίσης, που συνδέεται με τη μετα­βατικότητα της εποχής μας. Η ικανότητα του αστυνομικού να μπο­ρεί να διακρίνει ανάμεσα στο έγκλημα και την ευρύτερη κοινωνική παραβατικότητα, αποκτάται, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να έχει πε­ράσει από εκπαίδευση, η οποία θα του δίνει ακριβώς τη δυνατότη­τα να κάνει αυτές τις διακρίσεις, εκπαίδευση δηλαδή, η οποία θα του επιτρέπει να λειτουργεί σωστά κοινωνικά.
Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι η κρατούσα αντίληψη στις δημο­κρατικές κοινωνίες του ρόλου της εξουσίας, επομένως της σχέσης κράτους και κοινωνίας στη σύγχρονη εποχή. Ποια είναι αυτή η αντί­ληψη; Πώς διαμορφώνεται και πώς λειτουργεί; Ενώ παλιότερα η κοι­νωνία έβλεπε την εξουσία σ' ένα επίπεδο αποκλειστικής αντιπαλότη­τας και όλες οι συνταγματικές κατοχυρώσεις έχουν το νόημα κατοχύ­ρωσης του πολίτου και των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων απέναντι στην εξουσία, σήμερα η συνταγματική αντίληψη έχει, με­ρικώς τουλάχιστον, ανατραπεί, κάτι που αναμφισβήτητα προέρχε­ται απ' όλες τις μεταβολές που έχουν σημειωθεί στις κοινωνίες μας.
Σήμερα η έννοια των συνταγματικών κατοχυρώσεων είναι ότι στη διαπάλη των κοινωνικών συμφερόντων, των κοινωνικών αντι­θέσεων, πρέπει να βρίσκεται μια μέση γραμμή συμβιβασμού. Το στοιχείο, λοιπόν, της συμβιβαστικότητας είναι σήμερα προσδιορι­στικό, μπορούμε να πούμε, μιας νέας συνταγματικής αντίληψης, σε αντίθεση με την παλαιότερη, η οποία θεωρούσε ότι το στοιχείο των μετωπικών συγκρούσεων, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με διαδικασί­ες, μπορούμε να πούμε, εξισορροπητικές. Η αντίληψη η σημερινή, λοιπόν, είναι ότι το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει εξισορροπητικά ανάμεσα στα συγκρουόμενα συλλογικά συμφέροντα.

Ο σύγχρονος ρόλος του αστυνομικού στην κοινωνία
Κάτω απ' αυτές τις νέες προϋποθέσεις, που έχουν διαμορφώ­σει μια εντελώς νέα συνταγματική αντίληψη, ο αστυνομικός καλεί­ται να παίξει ένα ρόλο, ο οποίος δεν είναι πλέον ο παραδοσιακός ρόλος του οργάνου καταστολής, μέσα στο πλαίσιο ενός εξειδικευ­μένου μηχανισμού καταναγκασμού, αλλά καλείται να λειτουργήσει, σαν κοινωνικός λειτουργός.
Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ο αστυνομικός σήμερα μέσα σε αυτές τις διαδικασίες συμβιβασμού και εξισορρόπησης, πρέπει να είναι σε θέση, να παρεμβαίνει με τρόπο, ώστε να απαλύνει τη σύγκρουση των κοινωνικών συμφερόντων και να προλαμβάνει μορ­φές σύγκρουσης τέτοιες, οι οποίες θα βάζουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνύπαρξη και ειρήνη. Γι' αυτό ακριβώς και ο παραδοσιακός τύπος αστυνομικού έχει ξεπεραστεί σε όλη τη γραμμή.
Δεν μπορεί ο αστυνομικός σήμερα να είναι ένα στοιχείο, το οποίο να έχει απλώς και μόνο μια στενή επαγγελματική εκπαίδευση σε τρό­πο, ώστε απλά και μόνο να μπορεί να αντιμετωπίζει τις έσχατες μορ­φές παραβατικότητας, όπως είναι το έγκλημα. Πρέπει να είναι σε θέση επίσης να λειτουργεί στο πλαίσιο των κοινωνικών εξισορρο­πήσεων με παρεμβάσεις προληπτικού χαρακτήρα. Πρέπει να είναι σε θέση σε περιπτώσεις συγκρούσεων ή στη διαδρομή μιας ρήξης, να τις προλαμβάνει και να τις οδηγεί, όσο εξαρτάται απ' αυτόν, σε ένα πλαίσιο ομαλής λύσης.
Για το λόγο αυτό οπωσδήποτε ο αστυνομικός σήμερα δεν μπο­ρεί να έχει τη νοοτροπία, που πολλές φορές στο παρελθόν χαρακτή­ριζε πολύ έντονα την αστυνομία, τη νοοτροπία μιας στεγανής ομά­δας αποκομμένης από την κοινωνία. Βασική προϋπόθεση, επομένως, είναι ο αστυνομικός να λειτουργεί ενταγμένος οργανικά μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Πρέπει να είναι μέτοχος και συμμέτοχος, γιατί αν δεν είναι μέτοχος και συμμέτοχος, δεν είναι δυνατόν ποτέ να γί­νει αποδεκτός κοινωνικά.
Τα αρνητικά στερεότυπα που υπάρχουν για τον αστυνομικό, υπάρχουν ακριβώς και έχουν διαμορφωθεί, γιατί ο αστυνομικός λει­τουργούσε στο πλαίσιο αυτής της απαρχαιωμένης αντίληψης, ότι ανήκει σ' ένα σώμα ξεχωριστό, το οποίο λειτουργεί έξω και πάνω από τις κοινωνικές διαδικασίες.
Ο αστυνομικός σήμερα είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται μέσα στις κοινωνικές διαδικασίες. Πρέπει να γίνεται αποδεκτός από την ανοικτή κοινωνία σαν ένα απαραίτητο και αναγκαίο μέλος αυτής της κοινωνίας.
Διαφορετικά οι αντιστάσεις, οι οποίες μπορεί να προέρθουν από το κοινωνικό σώμα είναι τέτοιες, ώστε να παρεμποδίζουν το κρίσι­μο αστυνομικό έργο.
Ακριβώς γι' αυτό άλλωστε και στη σύγχρονη αντίληψη βλέπου­με ότι αναπτύσσεται πάρα πολύ η ιδέα της ανάπτυξης των δημοσί­ων σχέσεων κρατικών φορέων με το κοινό.
Σήμερα η πληροφόρηση, η οποία είναι βασικός άξονας, βασικός επικοινωνιακός τροχός, είναι ίσως όσο ποτέ άλλοτε απαραίτητος να λειτουργήσει σαν μέσο συμπλησιασμού, σύγκλισης της αστυνομί­ας με την ευρύτερη κοινωνία.
Οι στόχοι αυτοί, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σ' ένα θεωρητικό επί­πεδο, για να πραγματοποιηθούν, απαιτείται, όπως η όλη αντίλη­ψη της εκπαίδευσης των αστυνομικών, να είναι διαφορετική απ' ότι ήταν στο παρελθόν.
Ο αστυνομικός σήμερα δεν μπορεί να αγνοεί βασικά στοιχεία της κοινωνιολογικής προσέγγισης των προβλημάτων. Ο αστυνομι­κός δεν μπορεί να μη γνωρίζει βασικά στοιχεία της ψυχολογίας. Εί­ναι υποχρεωμένος, διαφορετικά οι αντιμετωπίσεις του θα έχουν ένα χαρακτήρα δύσκαμπτο και προκατασκευασμένο.
Ένα χαρακτήρα, ο οποίος εκδηλώνεται στην αδυναμία διακρί­σεων και κανείς δεν μπορεί πραγματικά να εκτελέσει σωστά τη δου­λειά του, ιδιαίτερα ο αστυνομικός που έχει αυτό το ρόλο, ο οποίος εξ ορισμού, είναι ένας ρόλος δύσκολος, αν λειτουργεί με στερεότυ­πα και προκαταλήψεις, ώστε ο πολίτης να μη δυσπιστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου