Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Η Ιστορία του χωριού μας

Το Άνω Δώριο (πρώην Σουλιμά) βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Μεσσηνίας, στην πρώην επαρχία Τριφυλίας, 53 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας, σε υψόμετρο 600 μέτρων και η απόστασή του από την Αθήνα είναι 235 χλμ.
Πήρε το όνομα αυτό από την 4-11-1927 (ΦΕΚ 306, 22-12-1927), όπου αντικατέστησε το παλιό όνομα Σουλιμά, όταν άλλαξαν όλα τα ονόματα των χωριών της Ελλάδας που είχαν σλαβική ή τούρκικη ονομασία. 
Για την προέλευση του ονόματος Σουλιμά υπάρχουν διάφορες εκδοχές που έχουν επικρατήσει. Η πρώτη, σύμφωνα με την παράδοση, είναι να προέρχεται από τη συνένωση των δύο αρβανίτικων λέξεων: σούλι, που σημαίνει, σύμφωνα με τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, αιχμηρή κορυφή (βουνού) (ετυμολογία από το αλβανικό SULI) και το μαδ, που σημαίνει μεγάλος και με αποκοπή του δ έμεινε η λέξη Σουλιμά. Η δεύτερη, σύμφωνα με τον αγωνιστή και πολιτικό του 1821 Αθανάσιο Γρηγοριάδη, είναι πως πήρε το όνομα του από τον Σουλιμάν Μπέη, αρχηγό φάρας που εγκαταστάθηκε και ίδρυσε το χωριό. Επίσης μια τρίτη εκδοχή, που ελάχιστοι την αναφέρουν αλλά δεν πρέπει να την απορρίπτουμε, είναι να προέρχεται από τη λέξη σουλιμάς, που σημαίνει υλικό καλλωπισμού των γυναικών, υλικό ομορφιάς. Μπορεί οι πρόγονοί μας να ήθελαν να φτιάξουν ένα χωριό στολίδι, όμορφο κι έδωσαν το όνομα αυτό. Κανένας με ακρίβεια δεν μπορεί τα δώσει την ακριβή ετυμολογία του ονόματος κι όποιος έχει τοποθετηθεί, μέχρι σήμερα, εκφράζει μόνο την προσωπική του άποψη, γιατί μπορεί να υπάρχει κι άλλη εκδοχή, πιθανόν, που δεν έχουμε ακόμη ακούσει. Η ονομασία δεν αλλάζει σε τίποτα την ιστορία του, που είναι λαμπρή και γραμμένη με χρυσά γράμματα. Οι κάτοικοί του για ευκολία - συντομία το αποκαλούν με το παλιό του όνομα.
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού εγκαταστάθηκαν γύρω στο 1400, όταν το 1380 με 1430 ήρθαν 1.600 Τσάμηδες με 200 γυναίκες κι εγκαταστάθηκαν στην ορεινή Τριφυλία, από την Βόρεια Ήπειρο, μετά από πρόσκληση των Δεσποτών του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνού και Θεοδώρου A΄ Παλαιολόγου, προκειμένου να πυκνώσει ο πληθυσμός του τόπου που είχε μειωθεί από αρρώστιες και πολέμους. Εγκαταστάθηκαν στους ορεινούς όγκους του Δωρίου και της Αυλώνας, όπου κι εκεί έφτιαξαν τα χωριά τους, που ονομάστηκαν Σουλιμοχώρια. Τα χωριά αυτά ήταν το Σουλιμά, το Ψάρι, το Χρυσοχώρι, ο Χαλκιάς, το Κούβελα, το Λάπι, το Κλέσουρα, το Ρίπεσι, το Πιτσά, το Κατσούρα κι η Αγριλιά. Το μεγαλύτερο χωριό των Σουλιμοχωρίων ήταν το Σουλιμά, το οποίο ήταν και η πρωτεύουσα των και τους Σουλιμοχωρίτες τους αποκαλούσαν Ντρέδες.
Οι Ντρέδες ήταν Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι που παράλληλα με την ελληνική γλώσσα γνώριζαν και μιλούσαν και την αρβανίτικη διάλεκτο, λόγω της γειτονίας τους με τους Αλβανούς. Ήταν άριστοι πολεμιστές, δυνατοί στο σώμα, σκληραγωγημένοι και ανθεκτικοί στις στερήσεις και τις κακουχίες.
Το χωριό Σουλιμά αρχικά χτίστηκε στη θέση Γρηγόραινα και αργότερα στη σημερινή του θέση για στρατηγικούς λόγους, για να μπορούν οι κάτοικοί του ν’ αγναντεύουν γύρω γύρω τα βουνά και τον κάμπο και να βλέπουν τους Τούρκους, που πιθανόν θα έρχονταν να τους πολεμήσουν. Το Σουλιμά ήταν καθ΄όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η πρωτεύουσα των Ντρέδων και μετά την απελευθέρωση έγινε η έδρα του Δήμου Δωρίου, από το 1835 μέχρι το 1906.
Κορυφαία στιγμή στην ιστορία των Ντρέδων, είναι ο ξεσηκωμός τους για λευτεριά το Μάρτη του 1821. Οι Ντρέδες απ΄όλα τα Σουλιμοχώρια ξεσηκώθηκαν και με σύνθημα ''Ελευθερία ή Θάνατος'' μαζεύτηκαν στον Αι Δημήτρη του Σουλιμά (Αγία Λαύρα της Τριφυλίας) στις 24 Μαρτίου του 1821, στην ενοριακή τότε εκκλησία που χτίστηκε το 1402.
Περίπου 1.800 αγωνιστές με αρχηγούς τους παπα-Δημήτρη Τζιώρη (Παπατσώρη), τα παιδιά του Αναγνώστη και Αδάμ και τον Αναγνώστη Μαυροειδή από το Σουλιμά, τους Γιαννάκη Γκρίτζαλη και Γιώργο Συρράκο από το Ψάρι, τους Γκότσηδες από το Χαλκιά, τους Γιαννάκη και Κων/νο Μέλιο και Παν/τη Ντούφα από το Κούβελα, και μπροστά στην εικόνα του Αγίου Δημητρίου ορκίστηκαν ή να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν.
To Σουλιμά έδωσε πολλούς ξακουστούς κλεφταρματολούς πριν και μετά τον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων. Πιο γνωστοί προεπαναστατικά ήσαν ο Δήμος Σουλιμιώτης και ο Κόλιας Κολιόπουλος ή Πλαπούτας. Ο γενάρχης της οικογένειας Πλαπούτα της Αρκαδίας γεννημένος στο Σουλιμά το 1735, μικρό παιδί στην περιοχή του Σουλιμά σκότωσε ένα Τούρκο που έδερνε ένα Έλληνα και για να αποφύγει τη σύλληψη, από τους Τούρκους που τον κυνηγούσαν έφυγε για την Αρκαδία.
Την εποχή της επανάστασης το Σουλιμά ανέδειξε γενναίους αρχηγούς και οπλίτες που πολέμησαν με τόλμη και παλικαριά τους κατακτητές, όπως το Δημήτρη Παπατσώρη, τα παιδιά του Αδάμ και Αναγνώστη και τον Αναγνώστη Μαυροειδή.
Ο παπα-Δημήτρης ο θρυλικός Παπατσώρης, πρωθιερέας και φιλικός που έζησε από το 1770 ως το 1835 και έφτασε μέχρι το βαθμό του στρατηγού, όρκισε τους Ντρέδες ευλόγησε τα όπλα, ζώστηκε τ’ άρματα και σήκωσε τη σημαία της επανάστασης. Στη συνέχεια τους οδήγησε στο κεφαλάρι του Σουλιμά, το σημερινό Αι-Γιώργη, όπου ενώθηκαν και με άλλους αγωνιστές Σουλιμοχωρίτες, για να πάνε να ελευθερώσουν την Αρκαδιά (σημερινή Κυπαρισσία). Την 26η Μαρτίου κατέλαβαν αναίμακτα την Αρκαδιά και με άλλους Τριφύλιους αγωνιστές τράβηξαν για το Νιόκαστρο, όπου είχαν καταφύγει οι Τούρκοι.
Οι Ντρέδες πολέμησαν τους Τούρκους στο Νιόκαστρο, στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια και όπου αλλού τους είχε η πατρίδα ανάγκη και διακρίθηκαν για την ανδρεία και την παλικαριά τους. Ήταν φίλοι και συμπολεμιστές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος τους εκτιμούσε και τους υπολόγιζε πολύ. Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ έδωσαν νικηφόρες μάχες στο Ψάρι, στα Δερβένια μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας, στον Αετό στα Γουβαλάρια και στο Γεράνιο όρος μεταξύ Φιλιατρών και Γαργαλιάνων.
Σε όλο το διάστημα του αγώνα οι Ντρέδες ήταν στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, φίλοι πιστοί και συναγωνιστές. Όταν το 1823 η διχόνοια μοίρασε τους Έλληνες στα δύο στρατόπεδα, τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς, οι άκαπνοι πολιτικοί με τη βοήθεια μερικών στρατιωτικών εξαπέλυσαν διωγμό κατά του Κολοκοτρώνη και των άλλων στρατιωτικών κι έβαλαν φόρους και δικούς τους ανθρώπους σε ισχυρές θέσεις. Οι Ντρέδες αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους και η κυβέρνηση έστειλε τα στρατεύματα της υπό τους Μακρυγιάννη και Παπαφλέσσα να τους υποτάξουν. Για να βοηθήσει ο γέρος του Μοριά τους φίλους του έστειλε το γιο του Πάνο και το Δεληγιάννη με στρατό στη Μεσσηνία. Ανάμεσα στους Κωνσταντίνους και το Μελιγαλά έγινε μάχη, στην οποία νικήθηκαν οι κυβερνητικοί. Στο γυρισμό του ο Πάνος στην Τρίπολη έπεσε σε ενέδρα των κυβερνητικών και σκοτώθηκε. Από τότε ο Κολοκοτρώνης, λόγω του χαμού του γιου του, αηδιασμένος εγκατέλειψε τον αγώνα και αφού συνελήφθηκε από τους κυβερνητικούς φυλακίστηκε στην Ύδρα, μαζί με τους Δημήτρη Πλαπούτα, Μητροπέτροβα και τούς αρχηγούς των Ντρέδων Γιαννάκη Γκρίτζαλη, Αδάμ και Αναγνώστη Παπατσώρη. Έτσι η Μεσσηνία έμεινε χωρίς αρχηγούς τους στρατιωτικούς κι ο Ιμπραήμ βρήκε την ευκαιρία και αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, με τις γνωστές συνέπειες για την Ελλάδα.
Μετά την απελευθέρωση οι Ντρέδες τάχθηκαν στο πλευρό του Καποδίστρια. Στην περίοδο της Βαυαροκρατίας αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των Ελλήνων κι όταν το 1833 συνελήφθηκε ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας από τα στρατεύματα της Αντιβασιλείας κατηγορήθηκαν και οι Ντρέδες, για στάση κατά του θρόνου όπως και ο Κολοκοτρώνης. Στη δίκη του Ναυπλίου οι αρχηγοί των Ντρέδων Γιαννάκης Γκρίτζαλης, οι Παπατσωραίοι και ο Μητροπέτροβας αθωώθηκαν και αποφυλακίστηκαν. Καταδικάστηκαν όμως σε θάνατο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας. Αγαναχτισμένοι οι Ντρέδες από την καταδίκη των φίλων και συναγωνιστών και τους φόρους των Βαυαρών, κήρυξαν την Μεσσηνιακή επανάσταση, για να προασπίσουν τα δικαιώματα του κόσμου για δικαιοσύνη και ισότητα. Ήταν η πρώτη κοινωνική επανάσταση στην Ελλάδα και προπομπός της επανάστασης του Μακρυγιάννη και του Καλλέργη στο Σύνταγμα, με πρωταγωνιστές τους Γιαννάκη Γκρίτζαλη (Ψάρι) και Μητροπέτροβα (Γαράτζα).
Το κίνημα απέτυχε και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης και Ο Μητροπέτροβας συνελήφθηκαν. Ο Μητροπέτροβας αθωώθηκε, λόγω της προχωρημένης του ηλικίας, ήταν 85 ετών, ενώ ο Γκρίτζαλης εκτελέστηκε το Σεπτέμβριο του 1834 στην Κυπαρισσία.
Το 1838 οι βασιλείς Όθων και Αμαλία περιοδεύοντες στη Μεσσηνία, επισκέφτηκαν την Κυπαρισσία και το Σουλιμά. Η εφημερίδα "Ταχύπτερος Φήμη" της Αθήνας έγραφε: "Αι Α.Α.Μ.Μ. έφτασαν εις Κυπαρισσίαν την 15 Φεβρουαρίου, ο λαός τας υπεδέχθη με χαράν, αι δε ετοιμασίαι της υποδοχής των έγιναν μεγαλοπρεπέσταται. Την 16ην η Α.Μ. ο βασιλεύς μόνος ηθέλησε να περιέλθη τους τόπους των ορεινών Αρκάδων, Ντρέδων καλουμένων, διο μετέβη εις Σουλιμά. Οι Ντρέδες εις την πεδιάδα του Σουλιμά συναγμένοι εδέχθησαν την Α.Μ. και με επευφημίας συνώδευσαν αυτήν έως εις το χωρίον Σουλιμά, όπου κατέλυσεν εις την οικίαν του αντισυνταγματάρχου Α. Παπατζώρη και εγευμάτισεν. Συνοδευόμενος και πάλιν από όλον το πλήθος ο Βασιλεύς με κραυγάς επευφημιών, αντηχούσας εις όλας τας κοιλάδας επανήλθεν αυθημερόν εις Κυπαρισσίαν. Αναχωρών από Σουλιμά ενώπιον όλου του πλήθους εχάϊδευσε τον κύριον Παπατζώρην λέγων προς αυτόν: Δια τας λαμπράς εκδουλεύσεις προς την πατρίδα του πατρός σου και ιδικά σου, σου δίδεται ο Χρυσούς Σταυρός των Ιπποτών του Σωτήρος". 
Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους η ισχύς και η φήμη του Σουλιμά το επέβαλαν σαν πρωτεύουσα όλων των Σουλιμοχωρίων. Έφτασε δε κάποτε να αριθμεί 1.289 κατοίκους και είχε Δημαρχείο, Τηλεγραφείο, Ταχυδρομικό Γραφείο, Δημόσιο Ταμείο, Διοίκηση Χωροφυλακής, Δημοτικό σχολείο (ξεχωριστό αρρένων και θηλέων), Ελληνικό Σχολείο (Σχολαρχείο) και Τηλεφωνικό Γραφείο.
Σύμφωνα με τις απογραφές η πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού είναι η εξής: 1689: 244 κατ., 1700: 305 κατ., 1805: 80 οικ, 1830: 125 οικ., 1835: 710 κατ., 1844: 867 κατ., 1851: 781 κατ., 1861: 919 κατ., 1879: 871 κατ., 1889: 1042 κατ., 1896: 1233 κατ., 1907: 1289 κατ., 1920: 638 κατ., 1940: 589 κατ., 1951: 530 κατ., 1961: 376 κατ., 1971: 168 κατ., 1981: 168 κατ., 1991: 194 κατ., 2001: 181 κατ., 2011: 159 κατ.
Οι Σουλιμαίοι κι άλλοι Σουλιμοχωρίτες, όταν έφυγαν οι Τούρκοι αισθάνθηκαν πλέον ασφαλείς κι άρχιζαν να χτίζουν οικισμούς στον κάμπο, όπου είχαν τα κτήματά τους, όπως τα Τακαίικα, τα Κατσαμπαναίικα, το Ράχη-Σκέφερη, τα Κατσιραίικα, το Ράχη-Τσώρη και τις Τραγάνες. Επίσης έφτιαξαν τα χωριά Αι-Γιώργη αρχικά κι αργότερα το Δώριο και το Κοπανάκι. Μετά την κατοχή λόγω των δυσκολιών της εποχής και της πείνας, άρχισε ο κόσμος να φεύγει για την Αθήνα κυρίως και το εξωτερικό, για αναζήτηση καλύτερης τύχης, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός του χωριού συνεχώς να μειώνεται και το χωριό να ερημώνει.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανοικοδόμηση του χωριού με εξωραϊστικά έργα από το Σύλλογο Άνω Δωριτών και το Δήμο Δωρίου και με πέτρινα σπίτια που κρατούν τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και του δίνουν μια όμορφη όψη, που εντυπωσιάζει τόσο τους μόνιμους κατοίκους, όσο και τους επισκέπτες του.

Πηγές:
α. "Μύθοι-Θρύλοι-Ιστορίες" της Γαρυφαλλιάς Κατσαμπάνη-Τσαγκάρη.
β. "Δημοτικά Τραγούδια της Ορεινής Τριφυλίας" του Λεωνίδα Γ. Θεοχάρη.
γ. "Σουλιμοχώρια Ντρέδες ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ιστορική Αναδρομή Λαογραφικές Αναμνήσεις" του Δημητρίου Παν. Αθανασόπουλου).
δ. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας.
ε. Εφημερίδα της Ελληνικής Κυβερνήσεως

Δεν υπάρχουν σχόλια: